Κριτική: «Σπασμένη Φλέβα»
Μπαίνοντας στην αίθουσα, έπαθα ένα μικρό σοκ. Ο κινηματογράφος ήταν γεμάτος. Πολύ περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι στην ίδια αίθουσα, όχι πολύ καιρό πριν, δύο άλλες ταινίες έπαιζαν σχεδόν για τους ταξιθέτες. Κάτι ήξερε ο κόσμος ή απλώς ήθελε να βριστεί συλλογικά — κι άλλοι θεατές μιλούν για έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα σε όσους την λάτρεψαν και σε όσους δεν την άντεξαν.
Η ιστορία είναι απλή — σχεδόν απελπιστικά απλή. Ένας ταλαίπωρος μεσήλικας (Μπισμπίκης) κάνει συνεχώς λάθη στη ζωή του, με αποκορύφωμα το να βάλει ενέχυρο το σπίτι της γυναίκας του για να πάρει ένα αρκετά μεγάλο δάνειο (320 χιλιάδες ευρώ). Από εκεί και πέρα, τρέχει σαν παλαβός για να μαζέψει τα χρήματα, ζητιανεύοντας από γνωστούς και συγγενείς, οι οποίοι είτε δεν έχουν είτε δεν θέλουν — και καλά κάνουν.
Όπως είναι αναμενόμενο, τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Ένα ωραιότατο slippery slope, που όσο κατεβαίνει γίνεται όλο και πιο γλιστερό, μέχρι που στο τέλος σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό — όχι απαραίτητα από θαυμασμό.
Οπτικά, η ταινία είναι φροντισμένη. Πολλά εξωτερικά πλάνα, διάφορες γωνιές (πιθανότατα) της Αθήνας, αρκετή κίνηση για να μη βαρεθείς να κοιτάς. Τουλάχιστον τα μάτια δεν υποφέρουν, σε αντίθεση με τα αυτιά.
Η αφήγηση είναι γρήγορη και σφιχτή, χωρίς αφηγηματικά κενά. Μια γεμάτη ταινία που, με τις συνεχείς μικρές ανατροπές, δεν σε αφήνει να τη βαρεθείς — παρά κάποιες απόψεις την περιγράφουν ως λιγότερο «εκρηκτική» από άλλες δουλειές του Οικονομίδη, αλλά με μια σαφή πολιτικοκοινωνική ματιά και βαθιά δραματουργική διάσταση.
Όλο το βάρος πέφτει πάνω στον Μπισμπίκη, ο οποίος κουβαλάει σχεδόν μόνος του την ταινία. Όλοι οι υπόλοιποι υπάρχουν απλώς για να φωνάζουν, να βρίζουν ή να περνάνε από το πλάνο σαν κομπάρσοι με ονοματεπώνυμο.
Ο υποτιθέμενος φίλος του, ο Καπετανάκης, αποδεικνύεται τελικά όσο φίλος μπορεί να είναι κανείς σε ταινία του Οικονομίδη: δηλαδή καθόλου. Ο ρόλος μικρός, σχετικά τίμιος, αλλά εξαφανίζεται πριν προλάβει να πει κάτι ουσιαστικό. Τον γνωρίζω από τη σειρά Το Παιδί, ως guest στον ρόλο του Νώντα και του Φώντα — εδώ απλώς περνάει δυο φορές και φεύγει.
Σχεδόν τα ίδια και για τον Σταμουλακάτο (γνωστό από τους Παγιδευμένους). Ακόμη και η γυναίκα του πρωταγωνιστή υπάρχει κυρίως για να θυμόμαστε ότι το σπίτι ήταν δικό της.
Και ενώ μέχρι εδώ λες «εντάξει, κάτι γίνεται», έρχεται το μεγάλο πρόβλημα.
Το λεξιλόγιο της ταινίας είναι εξαντλητικά «πλούσιο». Τόσο πλούσιο που η κανονική συζήτηση μοιάζει απαγορευμένη. Μπινελίκια, βρισίδια και φωνές σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και λιμενεργάτες παλαιάς κοπής θα ζητούσαν διάλειμμα. Κάπου ανάμεσα στις βρισιές χάνεται και το νόημα.
Κριτικά, η ταινία έχει μικτές αντιδράσεις: μερικοί χρήστες του IMDb την αποθεώνουν ως έργο που αντιπροσωπεύει την ελληνική πραγματικότητα και την πιο ώριμη δουλειά του Οικονομίδη, ενώ άλλοι τη θεωρούν υπερτιμημένη, γραμμική και με λίγα γεγονότα πέρα από φωνές και καβγάδες.
Το ηθικό δίδαγμα της ταινίας είναι απλό και φωνάζει από την
αρχή μέχρι το τέλος οπωωε ελεγαν και οι παλιοτεροι:
Πρόσεχε πού βάζεις την υπογραφή σου και την π.... σου.
Τελική κριτική: 7+/10
Παρά τα παραπάνω, η Σπασμένη Φλέβα δείχνει ότι ο Οικονομίδης έχει απομακρυνθεί αισθητά από τον παλιό κακό του εαυτό. Η ταινία είναι δομημένη, σφιχτή και ξεκάθαρη — αλλά όχι ευχάριστη. Το λεκτικό της επίπεδο κουράζει και το απρόσμενο τέλος σε ταρακουνά περισσότερο απ’ όσο θα ήθελες. Κάποιοι θεωρούν ότι η ταινία λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνικό σχόλιο παρά ως καθαρό θέαμα.
Κάπου εκεί, η τελική κριτική γέρνει υπέρ της ταινίας.
Τροφή για σκέψη.
Και ο λόγος που τη βαθμολογώ λίγο παραπάνω απ’ όσο πραγματικά της αξίζει.

Comments
Post a Comment